Πέμπτη, 15 Φεβρουαρίου 2018

Οι ατελείωτες περιπέτειες του Οδυσσέα..



 Οδυσσέας, έργο του Théophile François Marcel Bra (23 June 1797, Douai - 1863), Αu Château de Compiègne.

Η Οδύσσεια τελειώνει με τη θεά Αθηνά να καταφέρνει να σταματήσει τη μάχη που ξέσπασε ανάμεσα στους συγγενείς των νεκρών μνηστήρων και τον Οδυσσέα. Τί έγινε όμως μετά; Πως έζησε και πως πέθανε ο Οδυσσέας;

Ο Πολθμήχανος Οδυσσεάς, προσπάθησε να ξαναφτιάξει τη ζωή του όμως η σχέση του με την Πηνελόπη δεν εξελίχθηκε καλά. Άρχισαν οι τσακωμοί καθώς η Πηνελόπη, ακούγοντας τον Οδυσσέα να τις ιστορεί τα κατορθώματα και τις περιπέτειες της, ζήλεψε την Καλυψώ, στο νησί της οποίας ο Οδυσσέας είχε περάσει επτά χρόνια. Η ίδια τον περίμενε υπομονετικά και δεν υπέκυπτε στους μνηστήρες, ενώ αυτός έπεφτε από την αγκαλιά της Κίρκης στης Καλυψούς.

Ο πατέρας του, ο Λαέρτης, ύστερα από ένα χρόνο πέθανε. Ο γιός του, ο Τηλέμαχος, έφυγε με κάποια φοινικικά πλοία που είχαν πιάσει λιμάνι στην Ιθάκη. Τον έδιωξε ο Οδυσσέας επειδή φοβόταν ότι θα τον δολοφονήσει. Σημειώνουμε εδώ ότι στη διάρκεια της Οδύσσειας ο Οδυσσέας είχε κατέβει στον Άδη για να συμβουλευτεί τον μάντη Τειρεσία. Αυτός, μεταξύ άλλων, του προφήτεψε ότι θα σκοτωθεί από τη θάλασσα και από το γιό του.

Ο Τειρεσίας, τον είχε επίσης συμβουλεύσει ότι για να εξευμενίσει τον Ποσειδώνα έπρεπε, όταν θα γύριζε στην Ιθάκη, να πάρει ένα κουπί στον ώμο και να ταξιδέψει στη στεριά μέχρι να βρει κάποιον που να μην γνωρίζει τη θάλασσα και τι είναι το κουπί. Εκεί να θυσιάσει στους θεούς. Αυτό και έκανε ο Οδυσσέας.

Έφυγε και έφτασε στη Θεσπρωτία. Περπατώντας στο εσωτερικό της χώρας, με το κουπί στον ώμο, κάποια στιγμή κάποιοι άνθρωποι τον ρώτησαν γιατί κουβαλούσε μαζί του το «λιχνιστίρι», το ξύλο δηλαδή που ανακατεύουμε τα κομμένα στάχυα. Ο Οδυσσέας κατάλαβε ότι αυτό είναι το μέρος που εννοούσε ο Τειρεσίας. Οι άνθρωποι δεν ήξεραν ότι το ξύλο ήταν κουπί άρα δεν ήξεραν και τη θάλασσα. Έμπηξε στη γη το κουπί και θυσίασε στον Ποσειδώνα.

Στη Θεσπρωτία παντρεύτηκε τη βασίλισσα Καλλιδίκη. Ύστερα από έναν πόλεμο των Θεσπρωτών με τους Βρύγους, η Καλλιδίκη πέθανε και στο θρόνο ανέβηκε ο γιός της, ο Πολυποίτης, και ο Οδυσσέας ξαναγύρισε στην Ιθάκη πιστεύοντας πως θα περάσει ήρεμα γεράματα.

Σύμφωνα με τον Σοφοκλή, και το δράμα του «Ευρύαλος», ο Οδυσσέας όταν σκότωσε τους μνηστήρες πήγε στην Ήπειρο για να πάρει χρησμό από το μαντείο της Δωδώνης, και φιλοξενήθηκε από τον βασιλιά Τυρίμμα. Η Ευίππη, κόρη του βασιλιά, γέννησε από τον Οδυσσέα τον Ευρύαλο, όταν ο Οδυσσέας είχε επιστρέψει στην πατρίδα του. Μετά από χρόνια, η Ευίππη έστειλε τον Ευρύαλο στην Ιθάκη για να βρει τον πατέρα του και να του παραδώσει ένα γράμμα με μυστικά σημάδια, αποδεικτικά της ταυτότητάς του. 

 Οδυσσέας, έργο του Théophile François Marcel Bra (23 June 1797, Douai - 1863), Αu Château de Compiègne.

Εκείνη την ημέρα ο Οδυσσέας απουσίαζε από το παλάτι, και η Πηνελόπη, κρατώντας το γράμμα στα χέρια της και έχοντας από καιρό πληροφορηθεί την παράνομη σχέση του άντρα της, αποφάσισε να εξοντώσει τον Ευρύαλο. Έτσι, μόλις ο Οδυσσέας επέστρεψε, πείστηκε από τη γυναίκα του πως ο νεαρός είχε έλθει για να τον δολοφονήσει. Ο Οδυσσέας ξεγελάστηκε και σκότωσε τον Ευρύαλο, πριν εκείνος προλάβει να του μιλήσει. Όμως η τιμωρία δεν άργησε ο παιδοκτόνος σύντομα βρήκε το θάνατο από ένα άλλο νόθο γιο του.

Ποιός είναι ο άλλος γιος του Οδυσσέα; Ποιός είναι αυτός που από το χέρι του, όπως του προφήτεψε ο Τειρεσίας, θα βρει το θάνατο; Έχουμε τον Τηλέμαχο, κατά τον Όμηρο, με την Πηνελόπη. Τον Ευρύαλο, κατά τον Σοφοκλή, με την Ευίππη. Σύμφωνα με τον Ευγάμμονα -που συνέγραψε την Τηλεγονία, το πανάρχαιο έπος που θεωρείται η συνέχεια της Οδύσσειας- ο άλλος γιος του Οδυσσέα είναι ο Τηλέγονος, καρπός του έρωτά του με την Κίρκη, όταν η μάγισσα τον αιχμαλώτισε, μαζί με τους συντρόφους του, στο νησί της.

Μόλις ο Τηλέγονος ενηλικιώθηκε, η Κίρκη τον έστειλε να βρει τον πατέρα του, που είχε πια επιστρέψει στην Ιθάκη. Ο Τηλέγονος έφθασε εκεί και άρχισε να λεηλατεί το νησί νομίζοντας ότι ήταν η Κέρκυρα. Ο Οδυσσέας και ο Τηλέμαχος, που εν τω μεταξύ είχε επιστρέψει, υπερασπίστηκαν την πόλη τους. Ο Τηλέγονος, που ποτέ δεν είχε δει το πρόσωπο του πατέρα του, σκότωσε τον Οδυσσέα με ένα δόρυ που η αιχμή του ήταν από το δηλητηριώδες κεντρί (άκανθα) της ουράς ενός σαλαχιού.

Έτσι εκπληρώθηκε η προφητεία του μάντη Τειρεσία. Ο Τηλέγονος ήταν γιος του Οδυσσέα και ήλθε στην Ιθάκη από τη θάλασσα, με πλοίο ή σύμφωνα με άλλη ερμηνεία ο θάνατος ήλθε από τη θάλασσα, από την κοκκάλινη δηλαδή αιχμή του δόρατος που ήταν από σαλάχι.

Στη συνέχεια ο Τηλέγονος πληροφορείται που βρισκόνταν και ποιόν σκότωσε. Μετέφερε λοιπόν το σώμα του Οδυσσέα στο νησί της Κίρκης μαζί με την Πηνελόπη και τον Τηλέμαχο. Η Κίρκη τους έκανε αθάνατους και παντρεύτηκε τον Τηλέμαχο, ενώ ο Τηλέγονος πήρε την Πηνελόπη ως σύζυγό του, με την οποίαν απέκτησαν έναν γιό, τον Ιταλό. Εδώ σταματώ την Τηλεγονία. Αυτό που εμάς ενδιέφερε ήταν το τέλος του Οδυσσέα. Τι έγινε μετά είναι αρμοδιότητα των Ιταλών, όπου πήγε ο Τηλέγονος και ίδρυσε την Παλεστρίνα ή και το Tusculum σε μια περιοχή κοντά στη Ρώμη....

 
Αναδημοσίευση από  matrix24.gr

 Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος




Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

«Τι ‘ν’ αυτό που το λέμε Αγάπη..»

«Αγάπη δεν είναι να κοιτάζει ο ένας τον άλλο˙ αγάπη είναι να κοιτάζουν και οι δύο προς την ίδια κατεύθυνση»
Μπουσκάλια


            Κάθε προσπάθεια ορισμού ή έστω μιας εννοιολογικής προσέγγισης της έννοιας αγάπη προσκρούει πάντα στις πολλαπλές αποχρώσεις της που αφορούν το βαθύτερο περιεχόμενό της, τη διάρκειά της, την έντασή της και το αντικείμενο. Η δυσκολία του ορισμού δεν απορρέει μόνο από το γεγονός ότι συνιστά μια αφηρημένη έννοια αλλά κι από τη διαπίστωση ότι είναι ένα συναίσθημα που από τη φύση του είναι υποκειμενικό, και γι’ αυτό επιδέχεται πολλές κι αντιτιθέμενες ερμηνείες.

            Διαφορετικά την προσεγγίζουν οι βιολόγοι, οι ψυχολόγοι, οι φιλόσοφοι, οι καλλιτέχνες….. υπάρχουν κι εκείνοι που αδυνατούν να διακρίνουν τις διαφορές και τα όρια ανάμεσα στην αγάπη και στον έρωτα. Ο έρωτας χαρακτηρίζεται από τα θυελλώδη συναισθήματα, ενώ η αγάπη από τον ειρηνικό της χαρακτήρα. Στον έρωτα κυριαρχεί ένας παραλογισμός κι ένα ανεξέλεγκτο συναίσθημα που πυροδοτεί τον ψυχικό κόσμο. Στόχος του η ένωση δύο ατόμων με προορισμό την ερωτική ικανοποίηση. Αντίθετα, στην αγάπη κυριαρχεί η σωφροσύνη που αποτελεί και το βάθρο μιας υγιούς ανθρώπινης σχέσης με εσωτερικό περιεχόμενο και διάρκεια.

            Έτσι, έχουμε την μητρική αγάπη, την ερωτική, την υπερβατική αγάπη προς το θείο, τη φιλική, αδελφική, πατριωτική, την αγνή, την άδολη, τη φλογερή ή την αρρωστημένη. Κάποιοι πολιτισμοί έχουν δέκα ή και περισσότερες λέξεις για να αποδώσουν τις διάφορες μορφές της αγάπης. Γιατί, όμως, να ορίσουμε την έννοια της αγάπης όταν μπορούμε να τη νιώσουμε; «Μήπως όλες οι μορφές αγάπης είναι βασικά ένα πράγμα, οπότε η αγάπη, στις πάμπολλεςκαι πολυποίκιλες εκδηλώσεις της, είναι τελικά η μοναδική πραγματικότητα;» (Πάπας Βενέδικτος ΙΣΤ’).

            Σχετικά με το αντικείμενο της αγάπης μας από τον Φρόιντ αρχικά κι από άλλους αργότερα επισημάνθηκαν τα εξής:

α. Συνήθως αγαπάμε εκείνο το πρόσωπο, την ιδιότητα ή συμπεριφορά που ομοιάζει με τη δική μας. Στο πρόσωπο του άλλου βλέπουμε το δικό μας Εγώ. Άρα, στην περίπτωση αυτή στην ουσία δεν «αγαπάμε» τον άλλο αλλά ασυνείδητα το δικό μας Εγώ. Εδώ υπολανθάνει μια μορφή «αθώου» ναρκισσισμού.

β. Ο άνθρωπος αρέσκεται να πλάθει την ιδανική μορφή – εικόνα του Εγώ του. Αυτή η εξιδανικευμένη μορφή εμπεριέχει όλα τα θετικά και επιθυμητά στοιχεία του Εγώ. Όταν αυτό το εξιδανικευμένο πρότυπο το βλέπουμε σε ένα άλλο πρόσωπο – Εγώ τότε αμέσως το πρόσωπο αυτό καθίσταται αντικείμενο αγάπης.

            «Αγαπά κανείς το αντικείμενό του γιατί βρίσκει σ’ αυτό την τελειότητα που επεδίωκε για το δικό του Εγώ, και προσπαθεί να την εξασφαλίσει με αυτόν τον πλάγιο τρόπο για να ικανοποιήσει το ναρκισσισμό του» (Φρόιντ «Ψυχολογία των μαζών κι ανάλυση του Εγώ»).

            Κατά καιρούς πολλοί μελετητές του κορυφαίου αυτού συναισθήματος, της αγάπης, αναλώθηκαν στην καταγραφή των αναγκαίων προϋποθέσεων για τη βίωσή της. Προϋποθέσεις που υπερβαίνουν τις απλές συνταγές και εισχωρούν στη βαθύτερη δομή του ανθρώπινου ψυχισμού. Κάθε πρόταση – προϋπόθεση, όμως, της αγάπης πρέπει να λαμβάνει υπόψη και την ελευθερία ως του κατεξοχήν στοιχείου που διέπει το βαθύτερο πυρήνα της. «Η αγάπη δεν κατέχει κι ούτε μπορεί να κατέχεται˙ γιατί η αγάπη αρκείται στην αγάπη» (ΧαλίλΓκιμπράν, «Ο προφήτης»).

            Ο Έριχ  Φρομ στο εμβληματικό του έργο «Η Τέχνη της Αγάπης θεωρεί πως «να αγαπάς προϋποθέτει το άτομο να έχει ξεπεράσει τη ναρκισσιστική παντοδυναμία». Αυτή η πρόταση υποδηλώνει και αισθητοποιεί πως η προσφορά αγάπης προϋποθέτει τον απεγκλωβισμό του υποκειμένου από τα δεσμά του ναρκισσισμού. Κι αυτό γιατί η αυτάρκεια και η δύναμη που γεννά ο ναρκισσισμός αναστέλλει κάθε εκδήλωση αγάπης προς τους άλλους. Ο ναρκισσιστής θαμπώνεται από το φωτεινό είδωλο του Εγώ του και αρκείται στην επιβεβαίωσή του μέσα από τον αυτοθαυμασμό του.

            Επιπρόσθετα, η «ναρκισσιστική παντοδυναμία» κάνει το άτομο εγωιστικό και το υποχρεώνει να αναζητά την ευτυχία του όχι στην προσφορά προς τους άλλους αλλά στην αποδοχή του θαυμασμού από τους άλλους. Η προσφορά αγάπης, όμως, προϋποθέτει μετριοφροσύνη, αλτρουισμό και εσωτερική σεμνότητα. Αυτός που αγαπά νιώθει λίγο αδύναμος κι ανασφαλής γι’ αυτό και προσφέρει αγάπη με την ελπίδα της ανταπόκρισης. Η ταπεινοφροσύνη καθιστά το υποκείμενο της αγάπης συγκαταβατικό και ανεκτικό.

            Επομένως, η αγάπη προϋποθέτει την απεξάρτηση του ατόμου από την οίηση της παντοδυναμίας του Εγώ και την αναζήτηση της χαράς και της εσωτερικής πληρότητας στην ταπεινότητα και στην ομολογία της αδυναμίας.

            Σε ένα άλλο επίπεδο ο Έριχ Φρομ θέτει ως προϋπόθεση της αγάπης το σεβασμό, που «δεν είναι φόβος ή δέος, αλλά σημαίνει την ικανότητα να βλέπεις ένα άτομο όπως είναι και να έχεις επίγνωση της μοναδικής του ατομικότητας». Αυτό σημαίνει πως το υποκείμενο της αγάπης έχει την ικανότητα να βλέπει το πρόσωπο – αντικείμενο της αγάπης στις πραγματικές του διαστάσεις και όχι όπως αυτό (υποκείμενο) θα ήθελε να είναι. Ο σεβασμός, δηλαδή, απομακρύνει κάθε υποκειμενική θεώρηση του άλλου και θρυμματίζει κάθε εγωιστική συμπεριφορά.

            Ο σεβασμός, επίσης, βοηθά να αναγνωρίζουμε τις ιδιαιτερότητες του διπλανού μας και να τον αντιμετωπίζουμε ως μια μοναδική κι ανεπανάληπτη οντότητα. Η αποδοχή του άλλου ως μιας αυτόβουλης ατομικότητας συντελεί στην καλλιέργεια κι ανάδειξη θετικών στοιχείων και κυρίως του ανθρωπισμού και της αρετής της ανεκτικότητας. Έτσι, περιορίζεται η έμφυτη τάση του ανθρώπου να βλέπει αλλά και να θέλει όλοι οι άλλοι να τον υπηρετούν ή στην καλύτερη περίπτωση να «συμμορφώνονται» προς τις δικές του ιδιαιτερότητες.


            Συναφές προς τα παραπάνω είναι και η αποδοχή της ατομικότητας του άλλου ως αφετηρία για την οικοδόμηση σχέσεων πάνω στην αρχή της αμοιβαιότητας και της δημιουργικής συμβίωσης. Προκειμένου δε για την αγάπη ο σεβασμός διασώζει το υποκείμενο από την τάση για απόλυτη κτήση – εξουσία πάνω σε εκείνο το πρόσωπο που διεκδικεί μερίδιο από τα αισθήματά μας. Όσο κι αν η αγάπη είναι εν μέρει δεσποτική και κτητική, ο σεβασμός ισορροπεί τις αντιφατικές διαθέσεις των υποκειμένων της αγάπης (επιθυμία να κυριαρχούν και να εξουσιάζονται) και διασώζει τελικά την αξιοπρέπεια αλλά και την ελευθερία τους.

            Από μια άλλη σκοπιά ο Μπουσκάλια τονίζει πως η πραγματική αγάπη είναι αυτή που δεν αναμένει ανταλλάγματα «Είναι αγάπη μόνον όταν προσφέρεται χωρίς προσμονή ανταλλαγμάτων… Δεν μπορείς να επιμένεις να σ’ αγαπήσει κάποιος, να σου ανταποδώσει την αγάπη». Αυτό σημαίνει απαλλαγή από την προσδοκία της ανταπόδοσης, γιατί κανείς δεν μπορεί να εμπιστεύεται τα συναισθήματα των άλλων. Η μόνη εγγύηση για την αληθινή αγάπη είναι η εμπιστοσύνη στον εαυτό μας (αυτογνωσία).

            Η απελευθέρωση, λοιπόν, από την επιθυμία – απαίτηση έναντι των άλλων συνιστά μια ακόμη προϋπόθεση της αληθινής αγάπης, γιατί οι άλλοι μπορούν να δώσουν μόνο όσα αυτοί νιώθουν και όχι όσα εμείς έχουμε ανάγκη. Γι’ αυτό, λοιπόν, χωρίς ιδιοτέλεια και υστεροβουλία «την αγάπη τη μοιραζόμαστε με τους άλλους. Ποιο σκοπό θα είχε η γνώση αν δεν την προσφέραμε στους σπουδαστές; Ποιο νόημα θα είχε η ομορφιά που δεν θα γινόταν εμπειρία και βίωμα όλων;» (Μπουσκάλια).

            Θα ήταν, ωστόσο, παράλειψη αν σε όλα τα παραπάνω δεν παρουσιάζαμε την αιρετική άποψη του Φρόιντ σχετικά με τη Χριστιανική επιταγή «να αγαπάς τον πλησίον σου σαν τον εαυτό σου». Θεωρεί μια τέτοια αγάπη αθέμιτη κι ανώφελη και ίσως – ίσως «αδικία» προς αυτούς που πραγματικά αξίζουν την αγάπη του υποκειμένου «Γιατί να το κάνουμε αυτό; Σε τι θα μας βοηθήσει; Πώς μας είναι δυνατό; Η αγάπη μου είναι κάτι πολύτιμο για μένα που δεν μπορώ να το σκορπάω χωρίς να δίνω λόγο…. Για να αγαπώ κάποιον άλλο, πρέπει κατά κάποιον τρόπο να το αξίζει…. Κάνω μάλιστα αδικία, γιατί η αγάπη μου θα κριθεί από όλους τους δικούς μου σαν προτίμηση˙ είναι αδικία απέναντί τους που τοποθετώ τον ξένο στην ίδια θέση με αυτούς…. Προς τι μια τόσο επίσημα εμφανιζόμενη εντολή, αφού η εκτέλεσή της δεν μπορεί να συστηθεί σα λογική (Φρόιντ, «Ο πολιτισμός πηγή δυστυχίας»).

            Την πλήρη αντίθεση του προς τη Χριστιανική αγάπη ο Φρόιντ την θεμελιώνει στον παραλογισμό που αυτή κρύβει «Υπάρχει μια δεύτερη εντολή που μου φαίνεται πιο ακατάληπτη και ξεσηκώνει μέσα μου ισχυρότερη αντίσταση. Αυτή λέει: Αγάπα τους εχθρούς σου… Τώρα καταλαβαίνω πως αυτό είναι μια περίπτωση παρόμοια με το Gredo quia absurdum». Υπέρμαχος της θέσης του Χομπς «Homo homini lupus» ο Φρόιντ είναι αντίθετος στο κάλεσμα για αγάπη – ιδιαίτερα προς τον εχθρό μας - , αφού κάτι τέτοιο είναι μη εφικτό αλλά και αθέμιτο.

            Ωστόσο, ο φιλόσοφος – ποιητής Σίλλερ επισημαίνει με έμφαση πως «η πείνα και η αγάπη στηρίζουν το μηχανισμό του κόσμου». Η πείνα αφορά την ικανοποίηση αναγκών για την υλική επιβίωση και συντήρηση του ατόμου. Η αγάπη στρέφεται στο αντικείμενο και διευκολύνει τη συνύπαρξη των ανθρώπων με στόχο τη διατήρηση του είδους.
            Την απάντηση στις ενστάσεις του Φρόιντ δίνει ο Απ. Παύλος με τον Ύμνο της Αγάπης που συνιστά την ουσία της Χριστιανικής Θρησκείας και της διδασκαλίας του Ναζωραίου. «Εαν ταις  γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχωγέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον…..αγάπην δε μη έχω, ουδέν ωφελούμαι….. Η αγάπη μακροθυμεί, χρηστεύεται, ….. ου ζητεί τα εαυτής, ου λογίζεται το κακόν… πάντα στέγει… πάντα υπομένει… νυνί δε μένει πίστις, ελπίς, αγάπη, τα τρία ταύτα˙ μείζων δε τούτων η αγάπη» (Απ. Παύλου, Επιστολή Α’ Προς Κορινθίους, ιγ).

            Αγάπη, επομένως, χωρίς «όρους και όρια» προς όλους και προς τον εαυτό μας, γιατί μόνον έτσι θα εξανθρωπίσουμε τον κόσμο και θα λυτρώσουμε τον ψυχισμό μας κόσμο από το φθόνο και το φόβο των άλλων.

            «Εκείνη η αγάπη είναι μεγάλη, όταν φέρνει μέσα μας, τέτοιες αλλαγές όσες δεν έφεραν όλες οι επαναστάσεις του κόσμου».

 Του συνεργάτη της Μυσταγωγίας – Μυθαγωγίας, Ηλία Γιαννακόπουλου, Φιλόλογου. E-mail: iliasgia53@gmail.com

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος


Σάββατο, 10 Φεβρουαρίου 2018

«Η μυστική ζωή των δέντρων», Peter Wohlleben







Ένας αρχαίος φιλόσοφος της Ανατολής είχε δώσει κάποτε μία ενδιαφέρουσα απάντηση στο ερώτημα ενός μαθητή του: 

- "Αν κάποια μέρα καταστραφούν όλα τα βιβλία του κόσμου και χαθεί το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας, πώς θα επανακτήσει ο άνθρωπος όλη αυτή τη γνώση αιώνων για το σύμπαν και τον κόσμο μας;" 

Η απάντηση του φιλοσόφου ήταν: 

- "Παρατηρώντας ένα δέντρο...!"

Έχουμε αναρωτηθεί πολλές φορές, γιατί άραγε όταν κάποιος κάνει διαλογισμό δίπλα σε ένα μικρό δέντρο, αυτό μεγαλώνει με διπλάσια ταχύτητα από τα υπόλοιπα; Ή γιατί όταν αρχίσαμε και παίρναμε τους καρπούς μιας αγριοσυκιάς από την μία πλευρά της που φτάναμε, σε λίγα χρόνια αυτή η πλευρά άρχισε να δίνει πιο ώριμα και γλυκά φρούτα από την άλλη; Πώς γίνεται τα δέντρα να νοιώθουν την ομιλία, την μουσική και τη φροντίδα; Και πολλά άλλα ερωτήματα που γεννιούνται κατά την επαφή μας με το δάσος και την καλλιέργεια.

Ο διακεκριμένος δασολόγος Peter Wohlleben,  εμβαθύνει στην κρυφή ζωή των δέντρων και μας παρουσιάζει μια εντελώς καινούρια θεώρηση του δάσους – φέρνοντας έτσι στο φως εκπληκτικά στοιχεία. Τα δέντρα έχουν μνήμη, ανταλλάσσουν μηνύματα, αισθάνονται πόνο, παθαίνουν εγκαύματα από τον ήλιο και κάνουν ρυτίδες. Κάποια δέντρα, όπως οι βελανιδιές, επικοινωνούν μεταξύ τους με χημικές αρωματικές ουσίες. Όταν, για παράδειγμα, ένα δέντρο δεχτεί επίθεση από έντομα, εκπέμπει αρωματικές ουσίες και όλα τα δέντρα της ευρύτερης περιοχής που λαμβάνουν το μήνυμα αυτό οπλίζονται κατάλληλα...

Πριν από τέσσερις δεκαετίες οι επιστήμονες παρατήρησαν Κάτι πολύ ιδιαίτερο
στις σαβάνες της Αφρικής. Εκεί οι καμηλοπαρδάλεις τρώνε τις ακακίες,  πράγμα που δεν αρέσει καθόλου στις ακακίες. Για να απαλλαγούν από τους πανύψηλους αυτούς χορτοφάγους, οι  ακακίες μέσα σε λίγα λεπτά αποθηκεύουν στα φύλλα τους τοξικές ουσίες. Όι καμηλοπαρδάλεις το γνωρίζουν αυτό και προχωρούν στα επόμενα δέντρα.

Στα επόμενα; Όχι, αφήνουν κάποια δέντρα και ξαναρχίζουν το γεύμα
τους μετά από 100 μέτρα περίπου. Ό λόγος προκαλεί κατάπληξη: Η ακακία που τρώνε οι καμηλοπαρδάλεις απελευθερώνει ένα προειδοποιητικό αέριο (στην προκειμένη περίπτωση αιθυλένιο) που επισημαίνει στις άλλες ακακίες της γύρω περιοχής ότι υπάρχει κίνδυνος.

Αμέσως μετά όλα τα δέντρα που έχουν λάβει αυτή την προειδοποίηση Αποθηκεύουν επίσης τοξικές ουσίες στα φύλλα  τους, ώστε να είναι  προετοιμασμένα. Οι καμηλοπαρδάλεις γνωρίζουν αυτό το παιχνίδι και έτσι απομακρύνονται λίγο περισσότερο, επιλέγοντας τα ανυποψίαστα δέντρα. Ή κινούνται αντίθετα προς τη φορά του ανέμου.  Και αυτό γιατί τα αρωματικά μηνύματα μεταφέρονται στα διπλανά δέντρα με τον αέρα· έτσι, αν τα ζώα προχωρήσουν αντίθετα με το ρεύμα του αέρα, βρίσκουν λίγο παρακάτω ακακίες που δεν έχουν ιδέα για την παρουσία τους… 





Τα δάση δεν είναι απλά ομάδες δέντρων. Είναι πολύπλοκα συστήματα με κέντρα και δίκτυα που επικαλύπτουν και συνδέουν τα δέντρα, και τους επιτρέπουν να επικοινωνούν, και προσφέρουν τρόπους για ανατροφοδότηση και προσαρμογή, και αυτό κάνει το δάσος ανθεκτικό. Και αυτό γίνεται επειδή υπάρχουν πολλά κεντρικά δέντρα και επικαλύπτοντα δίκτυα (εμβόλιμο συνεκτικό σχόλιο από την Μυθαγωγία).

..[...]...Τα δέντρα συνδέονται μέσω των ριζών τους. Το γεγονός ότι τα δέντρα συνδέονται μέσω των ριζών τους μπορούμε να το δούμε κάποιες φορές στις παρυφές, των δρόμων. Στα σημεία αυτά η βροχή ξεπλένει το χώμα, Αποκαλύπτοντας έτσι το  υπόγειο  δίκτυο. Το γεγονός ότι πρόκειται  πράγματι  για  ένα σύστημα αλληλεξαρτήσεων, το οποίο συνδέει μεταξύ τους τα περισσότερα δέντρα ενός είδους και ενός πληθυσμού, το απέδειξαν επιστήμονες στο Χαρτς. Η ανταλλαγή θρεπτικών ουσιών, η αλληλοβοήθεια μεταξύ γειτόνων σε περίπτωση  έκτακτης ανάγκης, απ’ ό,τι φαίνεται, αποτελεί τον κανόνα, πράγμα που οδήγησε στη διαπίστωση ότι τα δάση είναι υπεροργανισμοί, δηλαδή κατασκευάσματα παρόμοια, για παράδειγμα, με τις μυρμηγκοφωλιές.

Θα μπορούσε βέβαια να αναρωτηθεί κανείς μήπως οι ρίζες των δέντρων απλώνονται στο έδαφος τυχαία και χωρίς κανέναν  στόχο,  και μόλις συναντήσουν  ένα δέντρο του ίδιου είδους  συνδέονται μαζί του. Στο εξής θα ανταλλάσσουν αναγκαστικά μεταξύ τους θρεπτικά συστατικά, θα δομήσουν  μια υποτιθέμενη  κοινωνία  και το μόνο που  θα βιώνουν θα είναι ένα τυχαίο δούναι και λαβείν. Η  ωραία εικόνα της ενεργού βοήθειας θα έδινε τη θέση της  στην αρχή της τυχαιότητας, Παρόλο που ακόμα και τέτοιου είδους μηχανισμοί θα παρείχαν πλεονεκτήματα στο οικοσύστημα του δάσους. Όμως η φύση δε λειτουργεί τόσο απλά, όπως παρατηρεί ο Μάσσιμο Μάφφεϊ από το  Πανεπιστήμιο  του Τορίνο  στο περιοδικό.  Τα φυτά, και επομένως και τα  δέντρα, μπορούν να ξεχωρίσουν τις δικές τους ρίζες από  τις ρίζες διαφορετικών ειδών, ακόμα και από τις ρίζες  άλλων δέντρων του ίδιου είδους.

Γιατί όμως είναι τα δέντρα τόσο κοινωνικά πλάσματα, γιατί μοιράζονται την τροφή τους με άλλα δέντ του ίδιου είδους και φροντίζουν  έτσι τους ανταγωνιστές  τους; Όι λόγοι για τους οποίους  συμβαίνει  αυτό είναι οι  ίδιοι με εκείνους που ισχύουν και στις ανθρώπινες κοινωνίες: Με παρέα είναι πάντα καλύτερα. Ένα δέντρο  δεν  είναι δάσος, δεν μπορεί να δημιουργήσει ένα τοπικό ισορροπημένο κλίμα, είναι απροστάτευτο και εκτεθειμένο σε  όλες τις καιρικές  συνθήκες. Αντιθέτως,  πολλά  δέντρα μαζί δημιουργούν  ένα οικοσύστημα  που μετριάζει  τις ακραίες θερμοκρασίες ψύχους ή ζέστης, αποθηκεύει μεγάλες ποσότητες  νερού και απελευθερώνει  καθαρό  αέρα. Σε ένα  τέτοιο περιβάλλον μπορούν να ζήσουν προστατευμένα  και για πολλά χρόνια.

Για να επιτευχθεί αυτό πρέπει να  διατηρηθεί πάση θυσία η κοινότητα. Αν κάθε δέντρο Ενδιαφερόταν μόνο για τον εαυτό του, τότε αρκετά απ’ αυτά δε θα κατάφερναν  να γεράσουν. Όι συνεχείς  θάνατοι  θα είχαν ως αποτέλεσμα πολλές και μεγάλες τρύπες στην  κομοστέγη, απ’ όπου θα μπορούσαν να περάσουν οι θύελλες και να ρίξουν κάτω ακόμα περισσότερους κορμούς. Η καλοκαιρινή ζέστη θα έφτανε μέχρι το έδαφος του δάσους και θα το στέγνωνε τελείως. Κι αυτό θα έκανε τους  πάντες να υποφέρουν. Συνεπώς, κάθε δέντρο είναι πολύτιμο για την κοινότητα και αξίζει να διατηρηθεί όσο το δυνατόν περισσότερο. Ως εκ τούτου, η κοινότητα στηρίζει ακόμα και τα  άρρωστα δέντρα και τα τροφοδοτεί με θρεπτικά συστατικά μέχρι να ανακάμψουν. Την επόμενη φορά ίσως πρέπει να γίνει το αντίστροφο  και να χρειάζεται βοήθεια  το  δέντρο-βοηθός.


Αποσπάσματα από το βιβλίο  : «Η μυστική ζωή των δέντρων», Peter Wohlleben,  εκδόσεις Πατάκη 

 Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος







Δευτέρα, 5 Φεβρουαρίου 2018

«ΜΑΚΕΔΟΝΙΚΟ: Αλήθειες και Προσδοκίες»


            «Είναι σπουδαίο να αγαπάς τον τόπο σου, τον πολιτισμό, το κλίμα, την ιστορία του. Αλλά είναι μεγαλύτερο δείγμα πατριωτισμού το να αντιπαρατίθεσαι στους δικούς σου όταν νομίζεις ότι έχουν άδικο» 
Αμικάι , Εβραίος ποιητής.


            Η ανακίνηση της ονοματολογίας γύρω από το όνομα του κράτους των Σκοπίων (ΠΓΔΜ) πυροδότησε πολιτικές αντιπαραθέσεις, εθνικιστικές εξάρσεις, μανιχαϊστικές θέσεις (Πατριώτες – Προδότες) και ατελέσφορες ιδεοληψίες. Το Μακεδονικό για άλλους αποτέλεσε ευκαιρία για επίδειξη ενός ανέξοδου πατριωτισμού και για άλλους ευκαιρία να ανατρέξουν σε βιβλία και άρθρα για την ιστορία της Μακεδονίας.

             Έτσι, η ιστορική αλήθεια καθίσταται δυσπρόσιτη, ενώ πλεονάζουν τα συνθήματα και η προπαγάνδα ενδεδυμένη με στοιχεία πατριωτικών συναισθημάτων. Οι εκδηλώσεις ενός υγιούς πατριωτισμού από πολλούς Έλληνες κεφαλαιοποιούνται πολιτικά από τα κόμματα, ενώ τα επιχειρήματα και ο ρεαλισμός εκλείπουν ή κατηγορούνται για ηττοπάθεια οι εκφραστές τους. Όμως «όσο οι άνθρωποι μαθαίνουν να σκέπτονται μόνο με συνθήματα είναι πάντα έτοιμοι να μιλήσουν με πυροβολισμούς» (Όργουελ).

            Η μυστική διπλωματία για ένα τόσο κρίσιμο και πολύπλοκο εθνικό θέμα διχάζει τους πολιτικούς που ερίζουν για τα όρια της υποχώρησης της Ελλάδας στο θέμα του ονόματος. Αλήθεια, όμως, από πότε οι διπλωμάτες συζητούν για θέματα εθνικά με ανοιχτές «πόρτες»; Άλλο η ενημέρωση σε θεσμικό επίπεδο κι άλλο η κοινοποίηση των βασικών θέσεων της χώρας μας στο όνομα μιας συνταγματικά κατοχυρωμένης ελευθερίας στην ενημέρωση. Ακούγεται παρανοϊκό οι διπλωμάτες να εκδίδουν δελτίο τύπου μετά το τέλος κάθε διαπραγμάτευσης. Το δικαίωμα να γνωρίζει ο Ελληνικός λαός τις βασικές θέσεις για ένα θέμα εθνικά ευαίσθητο απέχει πολύ από το να διεκδικούμε οι διαπραγματεύσεις να γίνονται παρουσία δημοσιογράφων.

             Είναι δικαίωμα του λαού να γνωρίζει τους βασικούς στόχους μιας διαπραγμάτευσης, αλλά οι μέθοδοι και οι τεχνικές επίτευξης του επιθυμητού στόχου ανήκουν στην αρμοδιότητα των αρμόδιων υπουργών και των διπλωματών. Έτσι λειτουργούν οι σύγχρονες δημοκρατίες και η διεθνής διπλωματία, αρκεί οι «υπόγειες διαδρομές» να μην αποκρύπτουν την «αλήθεια» και να μην εισάγουν τα εθνικά δίκαια – συμφέροντα στο πολιτικό χρηματιστήριο. Φαίνεται πως δεν γίνεται διαφορετικά παρά να έρχονται σε  σύγκρουση η θέση του Σολωμού «Ο λαός πρέπει να μάθει να θεωρεί εθνικό, ό,τι είναι αληθινό» με την άποψη «Το δύσκολο για ένα διπλωμάτη δεν είναι το να είναι ειλικρινής, αλλά το να πείθει τους άλλους για την ειλικρίνειά του».

            Ωστόσο, όποια κι αν είναι η έκβαση για την επίλυση του Σκοπιανού ή του Μακεδονικού (άλλη μια διαφωνία κι αυτή) πρέπει να διατυπωθούν κάποιες αλήθειες. Γιατί μόνο με τη βοήθειά τους μπορούμε να λειτουργήσουμε σωστά ως υπεύθυνοι πολίτες. Αλήθειες που μπορεί να ματώνουν και να πληγώνουν ή να απομυθοποιούν αλλά στο τέλος συνδράμουν θετικά στη διαμόρφωση μιας υγιούς στάσης – θέσης απέναντι στα εθνικά θέματα. Γιατί τα άτομα και οι λαοί αρέσκονται να ζουν με τις ψευδαισθήσεις τους, αφού η αλήθεια τους τρομάζει, δικαιώνοντας το Νίτσε «Μερικές φορές οι άνθρωποι δε θέλουν να ακούσουν την αλήθεια, γιατί δε θέλουν να καταστρέψουν τις ψευδαισθήσεις».

ΟΙ ΑΛΗΘΕΙΕΣ
Αλήθεια 1:      Η Μακεδονία ως γεωγραφικός χώρος από την αρχαιότητα έως σήμερα εκτείνεται πέραν της Ελληνικής Μακεδονίας και μέρος αυτής βρίσκεται στο κράτος των Σκοπίων και της Βουλγαρίας. Τα όρια κατά καιρούς αλλάζουν και ο κάθε λαός τα επεκτείνει ή τα συρρικνώνει ανάλογα με τις εθνικές σκοπιμότητες. Αυτή η ελαστικότητα των συνόρων δημιουργεί σύγχυση και επιτρέπει σε κάθε κράτος να διεκδικεί το «κομμάτι» που του ανήκει. Ωστόσο, ένα πράγμα δεν αμφισβητείται, η Ελληνικότητα του αρχαίου κράτους των Μακεδόνων (Περδίκκας Α, Φίλιππος, Μ. Αλέξανδρος). Οι Σκοπιανοί αμφισβητούν κατά κύριο λόγο το δικαίωμα της «μονοχρησίας» του ονόματος Μακεδονία. Αυτή η εγγενής αδυναμία σαφούς γεωγραφικού προσδιορισμού της Μακεδονίας γεννά τις αμφισβητήσεις, τις αντιπαλότητες και επωάζει τους παντοειδείς αλυτρωτισμούς.
            Το πρόβλημα, λοιπόν, εστιάζεται όχι τόσο στα γεωγραφικά όρια της Μακεδονίας όσο στο αν αυτοί που κατοικούν στη Μακεδονία είναι Μακεδόνες. Αναπόφευκτα οδηγούμαστε στην καταγραφή και αποδοχή μιας άλλης – της δεύτερης αλήθειας.

Αλήθεια 2:      Για τους Μακεδόνες της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας δεν υφίσταται καμία αμφισβήτηση, ακόμη κι από τους θανάσιμους εχθρούς της ελληνικότητας της Μακεδονίας. Κι αυτό γιατί κατοικούν σε μια περιοχή από τη γέννηση του Μακεδονικού κράτους (8ος αιώνας π.Χ) μέχρι σήμερα. Οι Μακεδόνες της ελληνικής Μακεδονίας είναι Έλληνες, αφού η έννοια Μακεδόνας είναι υπάλληλη της έννοιας – γένους Έλληνας.
            Ποιους, όμως, μπορούν να πείσουν οι Σκοπιανοί ότι και οι ίδιοι είναι Μακεδόνες; Οι κάτοικοι των Σκοπίων κατά κύριο λόγο είναι απόγονοι των διαφόρων Σλαβικών φύλων που εγκαταστάθηκαν στο γεωγραφικό διαμέρισμα των σημερινών Σκοπίων κατά τον 6ο – 7ο αιώνα μ.Χ. Απλές αλήθειες και ιστορικά γεγονότα. Εθνολογικά και αιματολογικά οι Σκοπιανοί δεν έχουν καμία σχέση με τους αρχαίους Μακεδόνες. Όποια παραχάραξη της ιστορίας κι αν επιχειρήσουν, δύσκολα θα γίνουν πιστευτοί.

Αλήθεια 3:      Στην παραπάνω αλήθεια, όμως, θα μπορούσε κάποιος να αντιτείνει (σεβόμενος τους κανόνες των «δισσών λόγων») το δικαίωμα κάθε ανθρώπου ή λαού να «α υ τ ο π ρ ο σ δ ι ο ρ ί ζ ε τ α ι». Το δικαίωμα αυτό, του ατομικού ή εθνικού αυτοπροσδιορισμού είναι διεθνώς κατοχυρωμένο στο βαθμό που δεν υποκρύπτει σκοπιμότητες αμφισβήτησης του δικαιώματος κάποιων άλλων να αυτοπροσδιορίζονται  πάνω στη βάση αδιαμφισβήτητων ιστορικών γεγονότων.
            Αν οι σημερινοί Σκοπιανοί ψυχολογικά νιώθουν Μακεδόνες, αυτό θα συνιστούσε έπαινο για το μεγαλείο της αρχαίας Μακεδονίας, που ήταν αμιγώς Ελληνική. Πολιτιστικά, αιματολογικά και εθνολογικά, όμως, μια τέτοια αίσθηση και επιθυμία αυτοπροσδιορισμού είναι επιτρεπτή και αθώα ή υποκρύπτει έναν επικίνδυνο αλυτρωτισμό στην ευαίσθητη περιοχή των Βαλκανίων;
            Ίσως στη σκέψη των διεθνών οργανισμών αλλά και των κυβερνώντων των διαφόρων ξένων κρατών να φαίνεται ακατανόητη και παράλογη η άρνηση της Ελλάδας να αποδεχτεί το δικαίωμα αυτοπροσδιορισμού των Σκοπιανών, ως Μακεδόνων. Και αυτό γιατί οι Σκοπιανοί έχουν ένα απλό επιχείρημα. Ζούνε σε μια περιοχή που ονομάζεται Μακεδονία (αν και όχι σε όλη της την έκταση) και γι’ αυτό νομιμοποιούνται να αυτοπροσδιορίζονται ως Μακεδόνες.
            Η άρνησή τους να ονομάζονται Δαρδανοί, Παίονες ή Σλάβοι (που ως όνομα βρίσκεται πιο κοντά στην ιστορική αλήθεια) βεβαιότατα φανερώνει έναν διακηρυγμένο αλυτρωτισμό που είναι καταγεγραμμένος στο προοίμιο και σε κάποια άρθρα του συντάγματος των Σκοπίων. Η οικειοποίηση κάποιων προσώπων (Μ. Αλέξανδρος) ή συμβόλων (ο ήλιος της Βεργίνας) αποκαλύπτει με τον πιο εναργή τρόπο τις μύχιες εθνικές τους προθέσεις – επιδιώξεις.

Αλήθεια 4:      Στις παραπάνω φοβίες και ενστάσεις των Ελλήνων οι Σκοπιανοί θα μπορούσαν να αντιτείνουν πως το κράτος τους υφίσταται με το όνομα Μακεδονία από το 1945, με νονό τον Τίτο. Άλλοι γυρίζουν πιο πίσω, μέχρι το 1913 όταν με το τέλος των Βαλκανικών πολέμων και την κατάρρευση της Οθωμανικής αυτοκρατορίας η «Τουρκική» Μακεδονία με ασαφή γεωγραφικά όρια γνωρίζει μια μετακίνηση πληθυσμών με τον καθορισμό των νέων συνόρων των Βαλκανίων.
            Μπροστά στα νέα αυτά δεδομένα που προέκυψαν με το τέλος των Βαλκανικών πολέμων λαοί και κράτη προσπαθούσαν να αυτοπροσδιοριστούν άλλοτε με εθνολογικά – αιματολογικά κριτήρια κι άλλοτε με πολιτιστικά ή γεωγραφικά. Έτσι ο όρος Μακεδονία κατέστη πεδίον όπου συγκρούονται συμφέροντα και ανομολόγητες βλέψεις. Από τα πράγματα ο σαφής γεωγραφικός προσδιορισμός του χώρου της Μακεδονίας καθίσταται δύσκολος, αφού σε αυτόν κυριαρχούν περισσότερο οι εθνικιστικές συμπεριφορές και λιγότερο η ιστορία και τα ιστορικά δεδομένα.
            Οι Σκοπιανοί, λοιπόν, υποστηρίζουν πως ποτέ από το 1913 και περισσότερο από το 1945 δεν ετέθη θέμα αμφισβήτησης του ονόματος της χώρας τους. Οι Έλληνες, για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους, δεν αντέδρασαν στην οικειοποίηση του ονόματος Μακεδονία από τη χώρα – κράτος των Σκοπίων. Μια γενιά Σκοπιανών γεννήθηκε, μεγάλωσε και ενηλικιώθηκε με το όνομα Μακεδονία χωρίς ποτέ να αμφισβητηθεί από ΄κάποιο κράτος ή διεθνή οργανισμό η ταυτότητά τους.
            Αν οι Έλληνες κατηγορούν τους Σκοπιανούς για καιροσκοπισμό και κλοπή ονόματος και συμβόλων, τότε τι μπορούμε εμείς οι νεότεροι να προσάψουμε στην μυωπία της ελληνικής διπλωματίας και στην ανεπάρκεια των Ελλήνων πολιτικών;
            Τώρα καλούνται οι σημερινοί Έλληνες διπλωμάτες να βρουν πειστικά επιχειρήματα για να πείσουν τους σύγχρονους Σκοπιανούς πως δεν είναι Μακεδόνες γιατί έγινε κάποιο λάθος ή πως το όνομά τους είναι προϊόν κλοπής και αυθαίρετης οικειοποίησης. Θα το μπορέσουν;

Αλήθεια 5:      Η πέμπτη αλήθεια συμπυκνώνει όλες τις προηγούμενες και αποτυπώνει την πραγματικότητα για το όνομα της  FYROM. Από την ανεξαρτησία του 1991 και εντεύθεν ονομάζεται Μακεδονία. Το συνταγματικό όνομα της χώρας, «Μακεδονία» έγινε αποδεκτό από 130 χώρες (και πληθαίνουν συνέχεια) και από τον ΟΗΕ ως Πρώην Γιουγκοσλαβική Δημοκρατία της Μακεδονίας (ΠΓΔΜ). Με το όνομα αυτό συντάχθηκε και η Ελλάδα με επί μέρος συμφωνίες (1995, 2008), μέχρι την τελική συμφωνία για την οριστικοποίηση του ονόματος. Στις διεθνείς σχέσεις και συναλλαγές η FYROM, άμεσα ή έμμεσα, επιβάλλει το συνταγματικό της όνομα (Μακεδονία) χωρίς ιδιαίτερες αμφισβητήσεις από τις άλλες χώρες, πλην εξαιρέσεων. Οι κάτοικοι των ξένων χωρών αποκαλούν τη FYROM Μακεδονία κι αδυνατούν να κατανοήσουν την εμμονή των Ελλήνων για άρνηση του ονόματος Μακεδονία.
            Οι γειτονικές χώρες Αλβανία, Βουλγαρία και Τουρκία χρησιμοποιούν το όνομα Μακεδονία για τη FYROM, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη χώρα μας. Το 1977 ο ΟΗΕ και κατ’ ακολουθία και η Ελλάδα αναγνώρισαν την ύπαρξη στα Σκόπια της «μακεδονικής» γλώσσας.
            Από το 2007 κι εντεύθεν πολιτικοί, κόμματα, διπλωμάτες κι επιστήμονες προτείνουν μια σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό που θα ισχύει έναντι όλων (erga omnes).
            «Το κακό με τους περισσότερους ανθρώπους είναι ότι σκέφτονται με τις ελπίδες, τους φόβους ή τις επιθυμίες τους αντί με το μυαλό τους» (Γουίλ Ντουράντ).
            Έχοντας ως αφετηρία τις παραπάνω πέντε θέσεις κι ακολουθώντας την παραγωγική μέθοδο νομοτελειακά οδηγούμεθα στην σκιαγράφηση των πιθανών ωφελημάτων ή ζημιών από μια πιθανή λύση στο θέμα του ονόματος της FYROM.

Η ΛΥΣΗ: ΚΕΡΔΗ – ΖΗΜΙΕΣ
            Σε μια διαπραγμάτευση η κάθε χώρα θέτει ως στόχο το «μέγιστο» που μπορεί να πετύχει αλλά και το «ελάχιστο» που μπορεί να αποκομίσει. Στον πόλεμο αλλά και στις διαπραγματεύσεις ο δυνατός επιβάλλει ό,τι του επιτρέπει η δύναμή του και ο αδύνατος υποχωρεί όσο του επιβάλλει η αδυναμία του.
            Για την Ελλάδα το μέγιστο θα είναι η απουσία του ονόματος Μακεδονία ή παραγώγου της στο όνομα των Σκοπίων. Θεμιτό και επιβεβλημένο θεωρείται και η απάλειψη από το σύνταγμα των Σκοπίων κάθε αναφοράς σε αλυτρωτικές ή επεκτατικές βλέψεις της γειτονικής χώρας. Το ελάχιστο που μπορεί να δεχτεί η Ελλάδα – σύμφωνα και με τις δηλώσεις κομμάτων και πολιτικών – είναι μια σύνθετη ονομασία με γεωγραφικό (ή χρονολογικό) προσδιορισμό του τύπου: Άνω ή Βόρεια Μακεδονία, Άνω Μακεδονία, Μακεδονία του Βαρδάρη ή άλλοι συνδυασμοί (όνομα στη σλαβική γλώσσα αμετάφραστο).
            Η επίτευξη του μέγιστου θα ήταν η απόλυτη επιτυχία της Ελλάδας που προϋποθέτει την άτακτη υποχώρηση των Σκοπίων. Κάτι τέτοιο φαντάζει ουτοπικό με βάση τα δεδομένα.
            Έχοντας υπόψη πως «Η ουτοπία ανήκει στη σφαίρα του δυνητικού҅˙ η ιστορία στη σφαίρα της αναγκαιότητας», η Ελλάδα ετοιμάζεται να κινηθεί στη μεγιστοποίηση των ωφελημάτων από το «ελάχιστο». Στον τομέα αυτό οι διπλωμάτες και οι πολιτικοί μπορούν να κάνουν πολλά γνωρίζοντας και τα δεδομένα των Βαλκανίων, των πιέσεων των διεθνών οργανισμών αλλά και τα συμφέροντα των Μεγάλων δυνάμεων.
            Σίγουρα ο συμβιβασμός σε μια ονομασία με γεωγραφικό προσδιορισμό (Άνω Μακεδονία….) θα πληγώσει πολλούς Έλληνες, γιατί θεωρούν πως μελλοντικά αυτό θα αποτελέσει για τη FYROM ευκαιρία για επεκτατικές ενέργειες. Υπάρχει ο φόβος ενός «ντόμινο» διεκδικήσεων κι από άλλες «Μακεδονίες» (Πιρίν – Βουλγαρία….).
            Οι Σκοπιανοί θα νιώσουν απόλυτα δικαιωμένοι μόνον όταν και οι Έλληνες τους αναγνωρίσουν ως Μακεδονία, άσχετα από τον αριθμό των χωρών που τους αναγνώρισαν με το συνταγματικό τους όνομα. Η Ελλάδα ένιωσε ανεξάρτητη ως χώρα με τη συνθήκη του 1832 στην οποία και οι Τούρκοι υπέγραψαν την ανεξαρτησία μας.

Η ΜΗ - ΛΥΣΗ: ΚΕΡΔΗ –ΖΗΜΙΕΣ
            Πολλοί είναι αυτοί που υποστηρίζουν πως η Ελλάδα δεν χρειάζεται να επείγεται για τη λύση του ονοματολογικού προκρίνοντας τη Μη - λύση. Το σκεπτικό αυτό εδράζεται στη λογική πως στο μέλλον ίσως βρεθεί η Ελλάδα σε πιο πλεονεκτική θέση έναντι των Σκοπίων (διάλυση;). Έτσι ικανοποιείται ο «πατριωτισμός» των Ελλήνων – και όχι μόνο των Μακεδόνων, αφού η Ελλάδα θα αποφύγει να υπογράψει η ίδια την παραχώρηση ενός ιστορικού ονόματος και θα εμφανίζεται ως ο μοναδικός ιδιοκτήτης και συνεχιστής της Αρχαίας Μακεδονίας.
             Στην αντίπερα όχθη, όμως, βρίσκονται κι εκείνοι που πρεσβεύουν πως η «μη-λύση» είναι χειρότερη κι από τη λύση με την ονομασία των Σκοπίων με παράγωγα του ονόματος Μακεδονία (Βόρεια – άνω…. Μακεδονία). Το βασικό επιχείρημα αυτής της θέσης είναι πως η αναβλητικότητα θα λειτουργήσει υπέρ των Σκοπίων, αφού στο μέλλον όλες οι χώρες θα αναγνωρίσουν τη γείτονα χώρα με το όνομα Μακεδονία χωρίς παράγωγα και χωρίς αλλαγή του συντάγματος.
            Ποιος μπορεί να διαφωνήσει με την προοπτική αυτή; Η εμπειρία (1992-2018) αυτό έδειξε. Η Ελλάδα θα απομονωθεί και οι ξένοι θα μας κατηγορούν για αδιαλλαξία και εμμονές σε ένα όνομα που γι’ αυτούς δεν είναι και το κυρίαρχο θέμα. Η μη – λύση για πολλούς συνιστά εθνική αυτοκτονία και θα οδηγήσει τη χώρα σε νέα αδιέξοδα (Κυπριακό, Μακεδονικό….). Το θέμα του ονόματος θα σαπίσει και θα κακοφορμίσει.
            Η άποψη πως το θέμα του ονοματολογικού θα έπρεπε να το λύσουμε με καλύτερους όρους το 1992 φαίνεται δικαιωμένη.

ΓΕΝΙΚΕΣ ΘΕΣΕΙΣ
            Έχοντας υπόψη όλες τις αντιτιθέμενες απόψεις γύρω από το ονοματολογικό νομοτελειακά οδηγούμαστε σε κάποιες γενικές θέσεις:

            Η Ελλάδα δεν πρέπει στη διαπραγμάτευση να λειτουργεί φοβικά απέναντι σε μια χώρα που βρίσκεται σε υποδεέστερη θέση (οικονομικά, στρατιωτικά, πολιτισμικά…..).
             Το όνομα είναι μείζον εθνικό θέμα, αλλά δεν είναι το «άπαν». Ο αλυτρωτισμός στο σύνταγμα των Σκοπίων, ίσως να είναι πιο σοβαρό ζήτημα.
             Το όνομα μιας χώρας δεν συνιστά και την αναγκαία αιτία για την πρόοδο ή την καταστροφή της. Η χώρα μας θαυματούργησε ως «Ρωμιοσύνη» ενώ ως Ελλάδα – Greece είχαμε και ήττες και οικονομικές αποτυχίες.
             Στην Ελλάδα συμφέρει να υπάρχει το κράτος των Σκοπίων και είναι λανθασμένη η άποψη πως η χώρα μας θα πρέπει να περιμένει – εύχεται τη διάλυση της γείτονος χώρας λόγω των πολλών – διαφορετικής εθνότητας – κατοίκων (Αλβανοί, Βούλγαροι, Σλάβοι….). Τυχόν διαμελισμός των Σκοπίων θα ισχυροποιήσει την Αλβανία και τη Βουλγαρία. Εξάλλου ένα κράτος των Σκοπίων εχθρικό με την Ελλάδα θα είναι ευάλωτο στις πλαγιοκοπήσεις των γειτονικών κρατών (Αλβανία, Βουλγαρία και Τουρκία) και εύκολα χειραγωγήσιμο.
             Η Ελλάδα είναι εκτεθειμένη στις επεκτατικές βλέψεις – συμπεριφορές τόσο του ανατολικού τόξου (Τουρκία) όσο και του βόρειου (Αλβανία – Σκόπια – Βουλγαρία). Είναι προς το εθνικό συμφέρον να έχουμε φιλικές σχέσεις με τους γείτονες. Δεν αντέχει η Ελλάδα να βρίσκεται σε ποικίλες αντιπαραθέσεις με όλες τις γειτονικές χώρες, που άμεσα ή έμμεσα εποφθαλμιούν την εδαφική μας ακεραιότητα. Σε περίπτωση ενός τοπικού πολέμου (απευκταίου) ποιο μέτωπο μπορεί η Ελλάδα να αντιμετωπίσει στρατιωτικά με αποτελεσματικό τρόπο;
             Ως χώρα έχουμε ως περιουσιακό στοιχείο μια Ιστορία και έναν Πολιτισμό με παγκόσμια αναγνώριση. Εναπόκειται σε μας να τον εξάγουμε – διαδώσουμε. Η πολιτιστική διείσδυση είναι ο πιο «ειρηνικός πόλεμος» με πολλαπλά εθνικά και οικονομικά οφέλη.
             Πρέπει ως χώρα να βρίσκουμε – χτίζουμε συμμαχίες και όχι να συντηρούμε αντιπαλότητες. Έτσι προασπίζουμε τα εθνικά μας δίκαια και συμφέροντα. Βασική αρχή της διπλωματίας η θέση του Χόχουτ «Η φιλία είναι μεταξύ ατόμων. Μεταξύ κρατών υπάρχουν μόνο συμφέροντα».
             Η Ελλάδα έχει ανάγκη από εθνική ενότητα και ομοψυχία. Ο διαχωρισμός και η κατηγοριοποίηση σε Υπερπατριώτες και Προδότες – ενδοτικούς είναι εθνικά καταστροφική. Και ο Δημοσθένης αγωνίστηκε ως Αθηναίος εναντίον της Μακεδονίας αλλά δεν κατηγορήθηκε ως προδότης ή ανθέλλην «Ου μόνον ουχ  Έλληνος όντος ουδέ προσήκοντος ουδέν τοις Έλλησιν, αλλ’ ουδέν βαρβάρων εντεύθεν όθεν καλόν ειπείν, αλλ’ ολέθρου Μακεδόνος, όθεν ουδ’ ανδράποδον πρίαιτό τις αν ποτε» (Δημοσθένης, Κατά Φιλίππου, Γ’ 31)
             Καμία χώρα και κανένας λαός δεν μπορεί να επιβιώσει μόνο με το παρελθόν και την Ιστορία του. Η άγνοια, βέβαια, και η αποκοπή από την παράδοσή του μόνο δεινά μπορούν να επιφέρουν. Ωστόσο, θα είναι άδικο για την Ιστορία και την Ελληνικότητά μας να βρίσκουμε αντιπάλους για να αυτοπροσδιοριζόμαστε. Αυτό ας το αφήσουμε σε όσους δεν έχουν παρελθόν και ιστορία «πολλοί (λαοί και άτομα) κατασκευάζουν – εφευρίσκουν τον «άλλον» και στο πρόσωπο αυτού ορίζουν αντιθετικά την ταυτότητά τους και διαφυλάσσουν την υποστατική συνοχή τους»
             Οι πολιτικοί και οι διπλωμάτες είναι υποχρεωμένοι να βρίσκουν λύσεις εθνικά επωφελείς λαμβάνοντας υπόψη τις εθνικές ευαισθησίες αλλά και να κωφεύσουν στις κραυγές των υπερβολών. Τα λάθη τα βρίσκουμε μπροστά μας όταν δεν προνοούμε. Όταν όμως η αναβλητικότητα και ο Λαϊκισμός κυριαρχούν ως μέθοδος άσκησης της εξουσίας υπνωτίζουν το λαό και αδυνατίζουν το υγιές εθνικό συμφέρον. Πολιτικοί, διπλωμάτες και Λαός οφείλουμε να έχουμε ως βάση κάθε ενέργειά μας τη θέση του H. MORGENTHAN:
            «Ποτέ μη βρεθείς σε μια θέση από την οποία δεν θα μπορείς να προχωρήσεις χωρίς καταστροφικές επιπτώσεις και δεν θα μπορείς να υποχωρήσεις χωρίς ταπεινωτική απώλεια κύρους»

Του συνεργάτη της Μυσταγωγίας – Μυθαγωγίας, Ηλία Γιαννακόπουλου, Φιλόλογου. E-mail: iliasgia53@gmail.com

Επιλογές, επεξεργασία, επιμέλεια δημοσιεύσεων/αναδημοσιεύσεων Πλωτίνος